Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2010

Τί θα γίνω αμα δεν μεγαλώσω;


“Πριν απο χρόνια είχα έναν φρονιμίτη που αρνιόταν να βγεί. Πονούσε, πρηζόταν, ξεπρηζόταν και πάλι απο την αρχή. Αποτέλεσμα μηδέν όμως. Τώρα ξέρω, υποδήλωνε έμμεσα την άρνησή μου να ενηλικιωθώ. 

Τότε πίστευα πως χρειαζόμουν επειγόντως οδοντίατρο. Άνοιξα λοιπόν τον χρυσό οδηγό και βρήκα ένα όνομα στην τύχη. Γείτονας ήταν. Πήγα ως εκεί με τρεμάμενα πόδια, χτύπησα το κουδούνι. Μου άνοιξε ένας μειλίχιος πενηντάρης απ’αυτούς που επιδρούν κατευναστικά στο νευρικό σύστημα των ασθενών. 

Με παρέλαβε χαμογελαστός, με κάθισε στην πολυθρόνα, έκανε μια ενδελεχή επισκόπηση του πεδίου και αποφάνθηκε οτι έπρεπε να αποκαλύψουμε τον φρονιμίτη που έπαιζε μαζί μου κρυφτό. Έκλεισα λοιπόν τα μάτια, άνοιξα το στόμα και αφέθηκα στα τίμια και έμπειρα χέρια του – τί άλλο μπορούσα να κάνω; Περίμενα μοιρολατρικά το χτύπημα του τροχού επι κάμποσα λεπτά, πιάστηκε το σαγόνι μου στο ααααααα... αλλά τίποτα. Τελικά αναγκάστηκα να ανοίξω τα μάτια. 

Ο οδοντίατρος είχε αποστρέψει το βλέμμα απο το ορθάνοιχτο στόμα μου και χάζευε το ανοιξιάτικο πρωινό απο το μεγάλο παράθυρο, απορροφημένος. Μια λύπη στο προσωπό του σε ανάγκαζε να σεβαστείς τη σιωπή. Περίμενα. Σε λίγο με πήρε η άκρη του ματιού του και στράφηκε. 

Μου χαμογλελασε. «Σκέφτομαι» μου είπε. Κούνησα το κεφάλι, ελπίζοντας να του δώσω να καταλάβει οτι δεν ζητούσα εξηγήσεις. «Πώς το’κανα αυτό;» συνέχισε. «Γιατί διάλεξα να περάσω όλα μου τα πρωινά κοιτάζοντας σκοτεινά στόματα και σάπια δόντια;» Με κοίταξε σοβαρά με τα γλυκά του μάτια σα να περίμενε απο μένα ένα χρησμο. Δεν ήξερα τίνα του πώ. Ψέλλισα μόνο, «Να’ρθω αύριο;». Σήκωσε τους ώμους χαμογελώντας μια ιδέα. «Εγώ; Εγώ να’ρθω αύριο;». Ανασηκώθηκα και έβγαλα το χάρτινο πετσετάκι. Εκείνος εξακολουθούσε να κοιτάζει τη λιακάδα. Φεύγοντας του έδωσα το χέρι. «Καλή τύχη» του είπα και κάτι απο μέσα μου επέμενε πως οτι τη χρειαζόταν. ‘Εφυγα απ’το ιατρείο του χωρίς να ενοχληθώ. Ήξερα οτι αυτήν τη μέρα δεν επρόκειτο να την ξεχάσω εύκολα. Ήταν μεγάλη τιμή για μένα. 

Τρία χρόνια μετά ξαναπέρασα απ’το δρόμο του τυχαία. Τη στιγμή που ξαναείδα την είσοδο με τον μαραζωμένο φύκο και το φιστικί χαλάκι, όλη η σκηνή γύρισε πίσω ατόφια. Είχα δει το έργο, τώρα ήθελα να δω και το τέλος. Έτρεξα στα κουδούνια. Το δικό του έλειπε. Χαμογέλασα μέχρι τ’αφτιά.Βιάστηκα όμως όπως πάντα. Κάτω απο τα κουδούνια υπήρχε ένα χαρτάκι κολλημένο προσεχτικά με σελοτέιπ: «Το οδοντιατρείο του κ. Τάδε μεταφέρθηκε επί της οδού τάδε». Έκανα μεταβολή και έφυγα. Το δρομάκι έμοιαζε ξαφνικά στενότερο κι ανήλιαγο. Σαν να θυμήθηκε οτι κάποιος έδωσε μια μάχη εκεί και την έχασε. 

Καμία μάχη όμως δεν πάει χαμένη τελικά.Εγώ παραδείγματος ΄χαριν, δεν τον λησμόνησα ποτέ τον απόηχό της. Τον θυμήθηκα ξανά σε λίγους μήνες, τότε που έπρεπε να διαλέξω τί θα κάνω στη ζωή μου. Δεν είχα ιδέα τί ήθελα. Ήξερα όμως τί δεν ήθελα. Τώρα είχα και μια εικόνα οδηγό. Έναν πενηντάχρονο να αποστρέφει το βλέμμα απ’τα πονεμένα στόματα. Ένα κεφάλι σαν ηλιοτρόπιο να κυνηγάει τη λιακάδα για να σωθεί. Και μετά συνέχισα να την χαρίζω αυτή την ιστορία – όπως μου χαρίστηκε- σε όποιον τη χρειαζόταν. 

Τη λέω τώρα και σε σας. Σε όλους και όλες εσας που σπουδάζετε κάτι και αγωνιάτε αν είναι αυτό που πραγματικά θέλατε. Σε όσους έχετε ξεκινήσει έναν δρόμο αλλά αναρωτιέστε τα βράδια αν άξιζε τον κόπο να τον τραβήξετε ως το τέλος. Αναρωτηθείτε λοιπόν. Μήπως κοιτάτε το παράθυρο συχνότερα απο το κανονικό; Τότε φοβάμαι οτι ήρθε η ώρα να το ανοίξετε και να βγείτε. Εντάξει ένα ρίσκο πάντα υπάρχει. Μπορεί το παράθυρο να βρίσκεται στον πέμπτο. Η ασφάλεια όμως είναι μόνο και φρεναπάτη, όπως η μονιμότητα, το για πάντα. 

Κανείς δεν μπορεί να περάσει δυο φορές απο το ίδιο ποτάμι. Το ποτάμι αλλάζει. Ούτε εμείς οι ίδιοι μένουμε οι ίδιοι. Κάθε εφτά χρόνια περίπου είμαστε ολοκαίνουριοι, όλα μας τα κύτταρα έχουν αντικατασταθεί απο άλλα. Αφού λοιπόν όλα αλλάζουν, κι αυτό είναι το μόνο που δεν μπορούμε να αλλάξουμε σε αυτή τη ζωή, ας το κάνουμε μόνοι μας. Ας διαλέξουμε εμείς τις αλλαγές για να μην τις υποστούμε. Ας διαλέξουμε μόνοι μας τον τρόπο με τον οποίο θα περάσουμε το 60% της μοναδικής ζωής μας. 

Και – εννοείται – δεν υπάρχει κοινοτυπία σωστότερη απο το «ποτέ δεν είναι αργά». 

Οι πρώτοι μαρξιστές έλεγαν – και είχαν απόλυτο δίκιο- οτι είναι απάνθρωπο να κάνουμε την ίδια δουλειά επι τριαντα πέντε χρόνια. Πρότειναν λοιπόν να αλλάζουν ειδικότητα οι άνθρωποι κατα τακτά χρονικά διαστήματα για να μην εκτροχιαστεί το μυαλό τους απο τη βερεμάρα. Η βιομηχανική κοινωνία που χρειαζόταν εργάτες εξειδισκευμένους τις χλεύασε τις θεωρίες τους και άφησε ανθρώπους να τρελαίνονται βιδώνοντας μια συγκεκριμένη βίδα κάθε μέρα επι οχτώ ώρες επι μια αιωνιότητα.

Το παράδοξο είναι οτι και σήμερα τα παιδιά πιέζονται απο πολύ νωρίς να διαλέξουν τι θα γίνουν άμα μεγαλώσουν. Κι ούτε που φτάνει να δηλώσεις δικηγόρος π.χ., αλλά πρέπει να διαλέξεις και την εξειδίκευση – αστικολόγος ή ποινικολόγος; Ποιός δεκαοχτάχρονος όμως με σώας τας φρένας ξέρει τί σημαίνει ακριβώς η ζωή του ποινικολόγου; Ποιός μπορεί να του εγγυηθεί οτι δεν θα κοιτάζει τα παράθυρα σε λίγο χρόνια, παγιδευμένος για πάντα στο προάυλιο της Ευελπίδων; Έχουν άδικο μετά κάποιοι που διαλέγουν να μην μεγαλώσουν; Είναι εφιαλτικό. Αφήνω το πόσο ανόητο είναι για τις μεταβιομηχανικές κοινωνίες. 

Οι στατιστικές ισχυρίζονται οτι πέντε απο τα οχτώ παιδιά του δημοτικού θα κάνουν επαγγέλματα που δεν έχουν ακόμα εφευρεθεί! Ο μόνος ασφαλής δρόμος σ’έναν κόσμο που αλλάζει μορφή τόσο γρήγορα, που δεν προλαβαίνουμε πια να απορροφήσουμε τις αλλαγές, είναι η ευελιξία. Η μόνη μας άμυνα είναι η γενική μόρφωση που που θα μας επιτρέψει να εκπαιδευτούμε εύκολα και γρήγορα στα μελλοντικά επαγγέλαματα μόλις αυτά ενσκήψουν. Ή μόλις μας ενσκήψει εμάς η λαχτάρα να ανοίξουμε ένα παράθυρο στη λιακάδα... “


Λένα Διβάνη - εκδόσεις Καστανιώτη

7 σχόλια:

  1. Xmm....egw pou koitaw to parathyro toulaxiston 20 fores th mera....kati prepei na kanw....:((

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Είναι ότι πιο όμορφο έχω διαβάσει...μια τέτοια μέρα ..σαν τη σημερινή για μένα που κοιτώ κι εγώ το ..απέναντι δυστυχώς σπίτι απο το παράθυρο μου δίπλα στον υπολογιστή μου.Διάβασα και έκανα τον απολογισμό μου..σπούδασα ότι θέλησε η ψυχή μου..αγάπησα ότι αγάπησε η καρδιά μου..έδωσα το κορμί μου σ' εκείνον που λαχτάρησε το δικό μου...τώρα η ζωή ..τα ΠΡΕΠΕΙ μου στερούν ότι έκανα έμβλημα μου..την ελευθερία να κάνω οτι θέλω...Πολλές φορές το ...παράθυρο δεν έχει θέα..όπως το δικό μου..βλέπει μόνο το απέναντι μπαλκόνι! Καλημέρα,απόλαυσε τη θέα τώρα που μπορείς καλή μου , εγώ τουλάχιστον έχω την ικανοποίηση οτι το έκανα όταν έπρεπε.Αυτό μου μένει προς το παρόν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. ΑΑΑΑΑΑ Δεν θέλω ηττοπάθειες!! Ποτέ δεν είναι αργά για κανέναν να φέρει βόλτα τη ζωή του και να την πάει εκεί που θέλει.
    Ακομα κι αν αυτό σημαίνει να βάλεις ένα πίνακα δίπλα στο παράθυρο για να έχεις θέα ;)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Υπάρχουν στιγμές που έχω κοιτάξει το παράθυρο και θα ορκιζόμουν ότι το μόνο που ήθελα ήταν να το σκάσω από εκεί :) Μα ακόμη κι εκείνες τις στιγμές είμαι σίγουρη ότι αν το κάνω, πάντα θα γυρίζω με το νου μου εκεί από όπου το έσκασα... το αν τελικά εκεί θέλω να ειμαι, μάλλον δεν θα το μάθω ποτέ.. Άνθρωποι... περίεργα όντα τεελικά :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή